εσώτερος

-η, -ο (ΑΜ ἐσώτερος, -α, -ον) (συγκριτ. βαθμός τού επιθ. έσω) [έσω]
1. αυτός που βρίσκεται μέσα περισσότερο από άλλους, ο ενδότερος, ο εσωτερικότερος.
επίρρ...
εσώτερον και εσωτέρω (ΑΜ ἐσωτέρω)
πιο μέσα, εσωτερικότερα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἐσώτερος — innermost masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσωτέρων — ἐσώτερος innermost fem gen pl ἐσώτερος innermost masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσώτερον — ἐσώτερος innermost masc acc sg ἐσώτερος innermost neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσωτέραις — ἐσώτερος innermost fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσωτέροις — ἐσώτερος innermost masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσωτέρου — ἐσώτερος innermost masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσωτέρους — ἐσώτερος innermost masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσωτέρῳ — ἐσώτερος innermost masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσώτερα — ἐσώτερος innermost neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσώτεροι — ἐσώτερος innermost masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.